Μετάφραση του "indiscutibile" σε Ελληνικά
Το αδιαμφισβήτητος είναι η μετάφραση του "indiscutibile" σε Ελληνικά.
indiscutibile
adjective
masculine
γραμματική
Che è fuori discussione, che non può essere messo in dubbio.
-
αδιαμφισβήτητος
adjectiveMa il suo ruolo decisivo nel porre fine alla guerra, è indiscutibile.
Αλλά ο αποφασιστικός του ρόλος... στον τερματισμό του πολέμου, είναι αδιαμφισβήτητος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indiscutibile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη