Μετάφραση του "indistinto" σε Ελληνικά
Οι δυσδιάκριτος, αμυδρός, δυσανάγνοστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indistinto" σε Ελληνικά.
indistinto
adjective
masculine
γραμματική
-
δυσδιάκριτος
adjective masculineI confini tra i contenuti, i servizi e le applicazioni si fanno sempre più indistinti.
Τα όρια μεταξύ περιεχομένου, υπηρεσιών και εφαρμογών καθίστανται πλέον όλο και περισσότερο δυσδιάκριτα.
-
αμυδρός
adjective masculine -
δυσανάγνοστος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indistinto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indistinto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμυδρός · δυσδιάκριτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη