Μετάφραση του "indomito" σε Ελληνικά

Το αδάμαστος είναι η μετάφραση του "indomito" σε Ελληνικά.

indomito adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδάμαστος

    adjective

    Dallo spagnolo mesteño, cioè " indomito ".

    Από την ισπανική λέξη " μεστένιο " που σημαίνει " αδάμαστος ".

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indomito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indomito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη