Μετάφραση του "induttivo" σε Ελληνικά
Το επαγωγικός είναι η μετάφραση του "induttivo" σε Ελληνικά.
induttivo
adjective
masculine
γραμματική
-
επαγωγικός
adjective masculineDurante la rigenerazione, è ammesso che il fattore di potenza induttivo diminuisca liberamente per contenere la tensione entro i limiti.
Κατά την ανατροφοδότηση, επιτρέπεται να μειώνεται ελεύθερα ο επαγωγικός συντελεστής ισχύος, ώστε η τάση να διατηρείται εντός ορίων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " induttivo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη