Μετάφραση του "induttore" σε Ελληνικά

Οι Πηνίο, πηνίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "induttore" σε Ελληνικά.

induttore adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πηνίο

    εξάρτηματα των ηλεκτρικών κυκλωμάτων

    Metodi di produzione di un campo rotante: condensatore, induttore, polo schermato o spaccato.

    Μέθοδοι δημιουργίας περιστρεφόμενου πεδίου: πυκνωτής, επαγωγικό πηνίο, καλυμμένος ή διαιρεμένος πόλος.

  • πηνίο

    noun neuter

    Metodi di produzione di un campo rotante: condensatore, induttore, polo schermato o spaccato.

    Μέθοδοι δημιουργίας περιστρεφόμενου πεδίου: πυκνωτής, επαγωγικό πηνίο, καλυμμένος ή διαιρεμένος πόλος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " induttore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "induttore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "induttore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη