Μετάφραση του "inerente" σε Ελληνικά

Το εγγενής είναι η μετάφραση του "inerente" σε Ελληνικά.

inerente adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγενής

    adjective

    L'utilizzazione prevista come cassaforma per la costruzione non è pertanto inerente al prodotto.

    Δεν είναι εγγενής στο προϊόν η προβλεπόμενη χρήση του για ξυλότυπους σκυροδέματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inerente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inerente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inerente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη