Μετάφραση του "inesauribile" σε Ελληνικά

Το ανεξάντλητος είναι η μετάφραση του "inesauribile" σε Ελληνικά.

inesauribile adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξάντλητος

    Adjective

    In quel momento Adam capì che a frapporsi tra lui e Polina era la mancanza di un patrimonio inesauribile.

    Τότε ο Ανταμ κατάλαβε πως ό, τι στεκόταν ανάμεσα στην τελειότητα των χεριών της ήταν ανεξάντλητος πλούτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inesauribile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inesauribile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη