Μετάφραση του "insufficiente" σε Ελληνικά

Οι ανεπαρκής, ατελής, λειψός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insufficiente" σε Ελληνικά.

insufficiente adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεπαρκής

    adjective

    In tal caso, il termine ragionevole è insufficiente.

    Σ’ αυτήν την περίπτωση, η λογική προθεσμία είναι ανεπαρκής».

  • ατελής

    - informazioni insufficienti e incomplete sulle merci, sui prezzi e sui termini di riflessione,

    - ελλιπής και ατελής ενημέρωση για τα εμπορεύματα, τις τιμές και τις περιόδους αναμονής,

  • λειψός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insufficiente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insufficiente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insufficiente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη