Μετάφραση του "insufficienza" σε Ελληνικά

Το έλλειψη είναι η μετάφραση του "insufficienza" σε Ελληνικά.

insufficienza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    Secondo motivo, vertente sul difetto di motivazione o sull’illegittimità, contraddittorietà e insufficienza della motivazione.

    Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας ή από μη νόμιμη, ενέχουσα αντιφάσεις και ανεπαρκή αιτιολογία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insufficienza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insufficienza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insufficienza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη