Μετάφραση του "insufficienza" σε Ελληνικά
Το έλλειψη είναι η μετάφραση του "insufficienza" σε Ελληνικά.
insufficienza
noun
feminine
γραμματική
-
έλλειψη
noun feminineSecondo motivo, vertente sul difetto di motivazione o sull’illegittimità, contraddittorietà e insufficienza della motivazione.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας ή από μη νόμιμη, ενέχουσα αντιφάσεις και ανεπαρκή αιτιολογία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insufficienza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "insufficienza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
νεφρική ανεπάρκεια
-
καρδιακή ανεπάρκεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη