Μετάφραση του "integrale" σε Ελληνικά

Οι ολοκλήρωμα, ακέραιο, ακέραιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "integrale" σε Ελληνικά.

integrale adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολοκλήρωμα

    ουσιαστικό neuter

    operatore matematico

    Quando non si riesce a capire la primitiva di un integrale, si usa l'integrazione per parti.

    Όταν δε μπορείς να υπολογίσεις την αντι-παράγωγο ενός ολοκληρώματος λύνεις το ολοκλήρωμα κατά μέρη.

  • ακέραιο

    - l'autofinanziamento integrale della produzione comunitaria su base annuale,

    - την αυτοχρηματοδότηση στο ακέραιο της κοινοτικής παραγωγής σε πολυετή βάση,

  • ακέραιος

    adjective masculine

    Non sai nemmeno cos'e'un integrale.

    Δεν ξέρεις καν τι είναι ακέραιος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " integrale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "integrale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "integrale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη