Μετάφραση του "interventismo" σε Ελληνικά

Το επεμβατισμός είναι η μετάφραση του "interventismo" σε Ελληνικά.

interventismo noun masculine γραμματική

Pratica politica di intervenire negli affari di uno stato sovrano.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επεμβατισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interventismo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interventismo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη