Μετάφραση του "intervento" σε Ελληνικά
Οι επέμβαση, παρέμβαση, συμμετοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intervento" σε Ελληνικά.
-
επέμβαση
noun feminineSi usa per studiare i problemi principali e prendere decisioni prima del grosso intervento.
Το χρησιμοποιούμε για να μελετήσουμε τις βασικές δυσκολίες και να πάρουμε αποφάσεις πριν από τη μεγάλη χειρουργική επέμβαση.
-
παρέμβαση
noun feminineQualsiasi intervento relativo ad un obbligo di servizio pubblico deve restare proporzionato all'obiettivo perseguito.
Οποιαδήποτε παρέμβαση για υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να παραμένει ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
-
συμμετοχή
noun feminineLa Banca intensificherà i suoi interventi nel settore della protezione dell'ambiente.
Η Τράπεζα θα εμβαθύνει τη συμμετοχή της σε επενδύσεις προστασίας του περιβάλλοντος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μεσολάβηση
- παρακολούθηση
- παράσταση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intervento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intervento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παρέμβαση στην αγορά
-
ανακαίνιση
-
χρηματοδοτική παρέμβαση
-
επέμβαση · χειρουργείο
-
στρατιωτική επέμβαση
-
αγορά παρέμβασης