Μετάφραση του "irradiamento" σε Ελληνικά
Οι ακτινοβολία, ακτινοβόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irradiamento" σε Ελληνικά.
irradiamento
noun
masculine
γραμματική
La diffusione di un fenomeno da uno stesso punto in diverse direzioni.
-
ακτινοβολία
noun feminineIl risultato della prova di irradiamento è considerato positivo se si verificano le seguenti condizioni
Η δοκιμή αντοχής στην ακτινοβολία θεωρείται ότι έχει θετικό αποτέλεσμα εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις
-
ακτινοβόληση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irradiamento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη