Μετάφραση του "irraggiamento" σε Ελληνικά

Το ακτινοβολία είναι η μετάφραση του "irraggiamento" σε Ελληνικά.

irraggiamento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακτινοβολία

    noun

    L'esemplare non è esposto ad irraggiamento di calore proveniente dal riscaldamento della camera.

    Το δείγμα δεν πρέπει να εκτίθεται σε θερμική ακτινοβολία παραγόμενη από μέσα παραγωγής θερμότητας για το θάλαμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irraggiamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irraggiamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη