Μετάφραση του "irrilevante" σε Ελληνικά
Οι επουσιώδης, ασήμαντος, άσχετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irrilevante" σε Ελληνικά.
irrilevante
adjective
masculine
γραμματική
-
επουσιώδης
adjectiveI flussi finanziari relativi ai crediti a breve termine non sono attualizzati se l’effetto dell’attualizzazione è irrilevante.
Οι ταμιακές ροές που σχετίζονται με βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις δεν προεξοφλούνται αν η επίδραση της προεξόφλησης είναι επουσιώδης.
-
ασήμαντος
adjectiveDovete capire che i motivi della scelta sono irrilevanti.
Πρέπει όλοι να καταλάβετε ότι ο λόγος που επιλεγήκατε είναι ασήμαντος.
-
άσχετος
AdjectiveE' del tutto irrilevante e priva di significato negli accordi precedenti.
Είναι εντελώς άσχετος και χωρίς ουσιαστικό νόημα που να στηρίζεται σε προηγούμενες συμφωνίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irrilevante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη