Μετάφραση του "lama" σε Ελληνικά

Οι λάμα, λεπίδα, κόψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lama" σε Ελληνικά.

lama noun masculine feminine γραμματική

La parte piatta e tagliente di uno strumento. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάμα

    noun masculine

    Un camelide del Sud-America (Lama glama), ampiamente usato come bestia da soma dagli Inca.

    La sua lama puo'tagliare la testa di qualcuno in un colpo solo.

    Σε αυτή την λάμα, αρκεί ένα κτύπημα.

  • λεπίδα

    noun feminine

    La descrizione delle ferite coincide con il bordo di una lama seghettata.

    Η περιγραφή των κακώσεων ταιριάζει με οδοντωτή λεπίδα.

  • κόψη

    noun feminine

    Sa di stringere una lama di rasoio, ma non vuole mollare.

    Το ξέρει ότι είναι στην κόψη του ξυραφιού, και παρολα αυτά δεν φέυγει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξίφος
    • μαχαιρι
    • προβατοκάμηλος
    • σπαθί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lama " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lama
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λάμα

Εικόνες με "lama"

Φράσεις παρόμοιες με "lama" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lama" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη