Μετάφραση του "lecito" σε Ελληνικά
Οι σύννομος, έννομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lecito" σε Ελληνικά.
lecito
adjective
noun
masculine
γραμματική
Ammissibile in quanto consono alle norme morali o di comportamento.
-
σύννομος
adjectiveTale oggetto sociale deve essere lecito (35).
Ο εταιρικός αυτός σκοπός πρέπει να είναι σύννομος (35).
-
έννομος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lecito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη