Μετάφραση του "leccio" σε Ελληνικά

Οι αριά, πουρνάρι, αειθαλής βελανιδιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leccio" σε Ελληνικά.

leccio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αριά

    noun feminine

    Quercus ilex rotundifolia (leccio)

    Quercus ilex rotundifolia (δρυς αριά)

  • πουρνάρι

    noun
  • αειθαλής βελανιδιά

    noun
  • ξύλο δρυός

    noun

    Il combustibile adoperato può essere legna (di leccio, quercia, pioppo o castagno) o gas (propano o naturale).

    Το χρησιμοποιούμενο καύσιμο είναι ξύλο (δρυός, λεύκας, καστανιάς) ή αέριο (προπάνιο ή φυσικό).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leccio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leccio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη