Μετάφραση του "licenziamento" σε Ελληνικά

Οι απόλυση, σχόλασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licenziamento" σε Ελληνικά.

licenziamento noun masculine γραμματική

Atto con cui il datore di lavoro recede dal contratto di lavoro con un dipendente.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόλυση

    noun feminine

    Nel dispositivo della sentenza il giudice dichiara che il licenziamento è legittimo, abusivo o nullo.

    Στο διατακτικό της αποφάσεως, η απόλυση χαρακτηρίζεται ως δικαιολογημένη, αδικαιολόγητη ή άκυρη.

  • σχόλασμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licenziamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "licenziamento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licenziamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη