Μετάφραση του "licenziare" σε Ελληνικά
Οι απολύω, φωτιά, 1. απολύω - διώχνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licenziare" σε Ελληνικά.
licenziare
verb
γραμματική
Porre fine al contratto di lavoro di uno o più impiegati.
-
απολύω
verbTom non è stato licenziato.
Ο Τομ δεν απολύθηκε.
-
φωτιά
noun feminineHugo, chiama Bloomingdale's e digli di licenziare il vetrinista.
Hugo, κλήση Bloomingdale και έχουν τους φωτιά το κομμό παράθυρο.
-
1. απολύω - διώχνω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- 2. επιτρέπω σε κάποιον να φύγει, αποχαιρετώ, ξεβγάζω
- 3. δίνω απολυτήριο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " licenziare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "licenziare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόφοιτος · τελειόφοιτος
-
απόφοιτος
-
απόφοιτος · τελειόφοιτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη