Μετάφραση του "limitare" σε Ελληνικά

Οι όριο, περιορίζω, οριοθετώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limitare" σε Ελληνικά.

limitare verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όριο

    noun neuter

    I limiti di vibrazione e le relative misure di riduzione sono un punto in sospeso.

    Τα όρια για κραδασμούς και τα μέτρα άμβλυνσης αποτελούν ανοικτό σημείο.

  • περιορίζω

    verb

    L'impiego dell'apparecchiatura di riferimento è limitato al campo di frequenza per il quale essa è stata calibrata.

    Η χρήση του εξοπλισμού αναφοράς περιορίζεται στο φάσμα συχνοτήτων για το οποίο έχει βαθμονομηθεί.

  • οριοθετώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limitare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "limitare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limitare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη