Μετάφραση του "limitato" σε Ελληνικά
Οι περιορισμένος, όριο, δεσμευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limitato" σε Ελληνικά.
limitato
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
περιορισμένος
adjectiveIl nostro tempo è limitato.
Ο χρόνος μας είναι περιορισμένος.
-
όριο
noun neuterI limiti di vibrazione e le relative misure di riduzione sono un punto in sospeso.
Τα όρια για κραδασμούς και τα μέτρα άμβλυνσης αποτελούν ανοικτό σημείο.
-
δεσμευμένος
-
όρια αντικειμένου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " limitato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "limitato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κανονισμός σχετικά με (για) τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια
-
οριοθετώ · περιορίζω · όριο
-
περιορισμένη διάδοση
-
Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης · εταιρεία περιορισμένης ευθύνης
-
Πεπερασμένο σύνολο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη