Μετάφραση του "linguistica" σε Ελληνικά

Οι γλωσσολογία, Γλωσσολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "linguistica" σε Ελληνικά.

linguistica noun adjective feminine γραμματική

Lo studio scientifico del linguaggio umano.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλωσσολογία

    noun feminine

    Lo studio scientifico del linguaggio umano.

    In termini di matematica e linguistica computazionale, questo ragazzo è fuori scala,

    Όσον αφορά τα μαθηματικά και την υπολογι - στική γλωσσολογία, ο τύπος είναι άπαιχτος.

  • Γλωσσολογία

    επιστημονικός κλάδος

    In termini di matematica e linguistica computazionale, questo ragazzo è fuori scala,

    Όσον αφορά τα μαθηματικά και την υπολογι - στική γλωσσολογία, ο τύπος είναι άπαιχτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linguistica " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "linguistica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linguistica" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη