Μετάφραση του "linguistico" σε Ελληνικά

Οι γλωσσολογικός, γλωσσικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "linguistico" σε Ελληνικά.

linguistico adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλωσσολογικός

    adjective

    La PNL e'un modo di pensare e comunicare basato su modelli linguistici.

    Το NLP ( Νευρο-γλωσσολογικός προγραμματισμός ) είναι ένας τρόπος σκέψης και επικοινωνίας βασισμένος σε γλωσσολογικά μοντέλα.

  • γλωσσικός

    adjective masculine

    Il termine «combinazione linguistica» si riferisce alle lingue che l’interprete di conferenza utilizza nel proprio lavoro.

    Ο όρος «γλωσσικός συνδυασμός» αναφέρεται στις γλώσσες που χρησιμοποιεί στην εργασία του ο διερμηνέας συνεδρίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linguistico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "linguistico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linguistico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη