Μετάφραση του "linoleum" σε Ελληνικά

Οι λινόλαιο, λινολεουμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "linoleum" σε Ελληνικά.

linoleum noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λινόλαιο

    neuter

    Questo linoleum sembra piuttosto nuovo.

    Αυτό το λινόλαιο φαίνεται αρκετά καινούριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linoleum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Linoleum
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λινολεουμ

    materiale da costruzione per pavimenti resilienti

Εικόνες με "linoleum"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linoleum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη