Μετάφραση του "lino" σε Ελληνικά
Οι λινό, λινάρι, λίνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lino" σε Ελληνικά.
Materiale composto da fibre della pianta di lino. [..]
-
λινό
noun neuterMateriale composto da fibre della pianta di lino.
Forse ci siamo persi dei particolati dell'assassino sulle bende di lino della mummia.
Ίσως μας ξέφυγαν σωματίδια από το δολοφόνο στο λινό περιτύλιγμα της μούμιας.
-
λινάρι
noun neuterPianta con fiori blu che viene coltivata per i semi commestibili e per le fibre che vengono utilizzate per fare tessuti. [..]
Tale rubrica comprende anche il cotone, la canna da zucchero, il lino tessile e la canapa.
Περιλαμβάνονται επίσης το βαμβάκι ή το σακχαροκάλαμο, το κλωστικό λινάρι και η κάνναβη.
-
λίνο
È istituito un aiuto per il lino e la canapa prodotti nella Comunità.
Θεσπίζεται ενίσχυση για το λίνο και την κάνναβι που παράγονται εντός της Κοινότητος .
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λινό / σεντόνι
- ασπρόρουχα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lino " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Lino (cantore)
-
Λίνος
proper masculineParte VIII: Lino e canapa destinati alla produzione di fibre
Μέρος VIII: Λίνος και κάνναβη που προορίζονται για την παραγωγή ινών
Εικόνες με "lino"
Φράσεις παρόμοιες με "lino" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λινάρι
-
Πάπας Λίνος
-
ελαιούχο λίνο
-
πάνα · σπάργανο
-
Λινέλαιο