Μετάφραση του "liscio" σε Ελληνικά
Οι λείος, απαλός, σκέτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liscio" σε Ελληνικά.
liscio
adjective
noun
verb
adverb
masculine
γραμματική
Non ruvido, avente una superficie con poco attrito.
-
λείος
adjective masculineBuccia da fine a media, liscia e brillante.
Φλοιός λεπτός έως μέτριου πάχους, λείος και στιλπνός.
-
απαλός
adjective masculineSalomone è colpito dal collo slanciato e liscio della ragazza.
Ο Σολομών εντυπωσιάζεται με το πόσο λεπτός και απαλός είναι ο λαιμός της κοπέλας.
-
σκέτος
adjective -
επίπεδος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liscio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "liscio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξομαλύνω · θωπεύω · ισιώνω · καλοπιάνω · κολακεύω · λειαίνω · στιλβώνω
-
ασινόφιδο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη