Μετάφραση του "liscivia" σε Ελληνικά

Οι αλισίβα, ισχυρό αλκαλικό διάλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liscivia" σε Ελληνικά.

liscivia noun feminine γραμματική

Soluzione alcalina ottenuta dalla lisciviazione delle ceneri del legno.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλισίβα

    noun feminine

    Soluzione alcalina ottenuta dalla lisciviazione delle ceneri del legno.

    Poiché egli sarà come il fuoco di un raffinatore e come la liscivia dei lavandai.

    Διότι αυτός θα είναι σαν τη φωτιά του χωνευτή και σαν την αλισίβα που χρησιμοποιούν οι καθαριστές ρούχων.

  • ισχυρό αλκαλικό διάλυμα

    Soluzione alcalina ottenuta dalla lisciviazione delle ceneri del legno.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liscivia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "liscivia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διασταλάζον υγρό στραγγίδια χώρου ταφής απορριμμάτων · διασταλάζον υγρό χώρου ταφής απορριμμάτων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liscivia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη