Μετάφραση του "litografia" σε Ελληνικά
Οι λιθογραφία, Λιθογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "litografia" σε Ελληνικά.
litografia
noun
feminine
γραμματική
-
λιθογραφία
noun feminineLa litografia costituisce la tecnologia fondamentale per l’adattamento di semiconduttori.
Η λιθογραφία αποτελεί βασική τεχνολογία για την κλιμάκωση των διατάξεων ημιαγωγών.
-
Λιθογραφία
La litografia costituisce la tecnologia fondamentale per l’adattamento di semiconduttori.
Η λιθογραφία αποτελεί βασική τεχνολογία για την κλιμάκωση των διατάξεων ημιαγωγών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " litografia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "litografia"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη