Μετάφραση του "litosfera" σε Ελληνικά

Οι λιθόσφαιρα, Λιθόσφαιρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "litosfera" σε Ελληνικά.

litosfera noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιθόσφαιρα

    noun feminine

    Un’accumulazione minerale nella litosfera.

    Συσσώρευση ορυκτού στη λιθόσφαιρα.

  • Λιθόσφαιρα

    Parte solida della crosta terrestre

    Un’accumulazione minerale nella litosfera.

    Συσσώρευση ορυκτού στη λιθόσφαιρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " litosfera " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "litosfera" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη