Μετάφραση του "lustrare" σε Ελληνικά

Οι καθαρίζω, κερί, καθαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lustrare" σε Ελληνικά.

lustrare verb γραμματική

Pulire finché la superficie non riflette la luce.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρίζω

    verb

    Lavora sodo tutto il giorno, tutti i giorni, come sua madre prima di lei dall'alba al tramonto, lustrando i pavimenti dei ricchi.

    Δουλεύει σκληρά όλη την μέρα, κάθε μέρα, όπως και η μάνα της πριν, από την αυγή μέχρι την δύση, καθαρίζοντας τα πατώματα πλουσίων.

  • κερί

    noun
  • καθαρός

    adjective
  • γυαλίζω

    verb

    Non lustro più scarpe.

    Δε γυαλίζω παπούτσια πια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lustrare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lustrare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αστραφτερός · γυαλάδα · γυαλιστερός · λάμψη · στιλπνός
  • καταφύγιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lustrare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη