Μετάφραση του "lustro" σε Ελληνικά
Οι λάμψη, γυαλιστερός, στιλπνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lustro" σε Ελληνικά.
lustro
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
λάμψη
nounAnche un principe d'oro può perdere lustro se non mantiene la pratica.
Ακόμη κι ένας χρυσός πρίγκηπας χάνει την λάμψη του χωρίς εξάσκηση.
-
γυαλιστερός
adjective -
στιλπνός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αστραφτερός
- γυαλάδα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lustro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη