Μετάφραση του "malumore" σε Ελληνικά

Το δυσαρέσκεια είναι η μετάφραση του "malumore" σε Ελληνικά.

malumore noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσαρέσκεια

    noun feminine

    La strutturazione dei prezzi è perciò la questione centrale che è all'origine del malumore dei produttori francesi.

    Η διαμόρφωση των τιμών αποτελεί όμως το κεντρικό ζήτημα, που οδήγησε στη δυσαρέσκεια των Γάλλων παραγωγών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malumore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malumore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη