Μετάφραση του "mammella" σε Ελληνικά

Οι μαστός, βύζι, βυζί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mammella" σε Ελληνικά.

mammella noun feminine γραμματική

Organo nei mammiferi quadrupedi femmine che consiste di ghiandole mammarie e che ha diversi capezzoli.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστός

    noun masculine

    Cioe', escluso quando avevo le mammelle da mucca.

    Εκτός από τότε που είχα τους μαστούς αγελάδας.

  • βύζι

    noun neuter
  • βυζί

    noun neuter

    Pensi di evitare di confonderlo fissando una mammella al petto di un uomo?

    Δεν τον μπερδεύεις μ' ένα βυζί δεμένο πάνω σ' έναν άντρα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στήθος
    • Μαστός
    • μαστάρι
    • μαστικός αδένας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mammella " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mammella"

Φράσεις παρόμοιες με "mammella" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mammella" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη