Μετάφραση του "Mammiferi" σε Ελληνικά
Οι Θηλαστικά, θηλαστικά, Θηλαστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mammiferi" σε Ελληνικά.
Mammiferi
-
Θηλαστικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Mammiferi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
mammiferi
noun
adjective
masculine
γραμματική
-
θηλαστικά
noun adjective— ulteriori informazioni sui possibili effetti nocivi sul sistema endocrino di uccelli, mammiferi e pesci.
— περαιτέρω πληροφορίες για την πιθανότητα πρόκλησης ενδοκρινικών διαταραχών στα πτηνά, τα θηλαστικά και τα ψάρια.
-
Θηλαστικό
classe di vertebrati appartenente al phylum dei Cordati
" Miglior mammifero " ai regionali dell'anno scorso.
" Καλύτερο Θηλαστικό " στους περιφερειακούς πέρσι.
Φράσεις παρόμοιες με "Mammiferi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγριο θηλαστικό
-
υδρόβιο θηλαστικό
-
Θηλαστικά · θηλαστικά · θηλαστικό · θηλαστικός · μαστοφόρο
-
χερσαίο θηλαστικό
-
θαλάσσιο θηλαστικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη