Μετάφραση του "minorenne" σε Ελληνικά

Το ανήλικος είναι η μετάφραση του "minorenne" σε Ελληνικά.

minorenne adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανήλικος

    noun masculine

    Inoltre, se la vittima di reato è minorenne, la sua età può costituire un'aggravante per l'imputato.

    Επίσης, όταν το θύμα είναι ανήλικος, η ηλικία του μπορεί να αποτελέσει επιβαρυντική περίσταση για τον κακοποιό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minorenne " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minorenne" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη