Μετάφραση του "minuscolo" σε Ελληνικά

Οι μικροσκοπικός, πεζός, μικροκαμωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minuscolo" σε Ελληνικά.

minuscolo adjective noun masculine γραμματική

Di molta poca importanza.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικροσκοπικός

    adjective masculine

    Altrimenti, sono solo un minuscolo sindaco di una minuscola città, piena di minuscoli ciucciasardine trascinanocche.

    Αλλιώς, θα είμαι ο μικροσκοπικός δήμαρχος μιας μικροσκοπικής πόλης, γεμάτης από μικροσκοπικούς φοβητσιάρηδες καταναλωτές σαρδέλας.

  • πεζός

    adjective

    I cognomi sono in maiuscolo; i nomi sono in minuscolo ma con l'iniziale maiuscola.

    Τα επώνυμα αναγράφονται με κεφαλαία· τα ονόματα με πεζά αλλά αρχίζοντας με κεφαλαίο.

  • μικροκαμωμένος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Μικρογράμματη γραφή
    • μικρά γράμματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minuscolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "minuscolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minuscolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη