Μετάφραση του "minuto" σε Ελληνικά

Οι λεπτό, ακριβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minuto" σε Ελληνικά.

minuto adjective noun masculine γραμματική

Unità di tempo uguale a sessanta secondi o a un sessantesimo di un'ora. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτό

    noun neuter

    μονάδα μέτρησης χρόνου [..]

    Tom è andato in camera qualche minuto dopo Mascia.

    Ο Τομ μπήκε στο δωμάτιο λίγα λεπτά αργότερα απ ́τη Μαίρη.

  • ακριβής

    adjective

    E'di 20 minuti prima che la uccidessero.

    Και υπάρχει ακριβής καταγραφή της ώρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minuto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "minuto"

Φράσεις παρόμοιες με "minuto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minuto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη