Μετάφραση του "miscredente" σε Ελληνικά

Οι άπιστος, δύσπιστος, άθεος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miscredente" σε Ελληνικά.

miscredente adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπιστος

    adjective masculine

    Appena mi vedranno, capiranno che non sono un miscredente come voi.

    Θα καταλάβουν ότι δεν είμαι τόσο άπιστος όσο είστε όλοι εσείς.

  • δύσπιστος

    noun
  • άθεος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " miscredente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miscredente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη