Μετάφραση του "miscuglio" σε Ελληνικά

Οι μίγμα, μείγμα, συνονθύλευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miscuglio" σε Ελληνικά.

miscuglio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μίγμα

    noun neuter

    Il miscuglio ottenuto servirà come nappage per ciascuno strato di ripieno dello «Prekmurska gibanica».

    Το μίγμα χρησιμοποιείται για την επικάλυψη κάθε στρώσης γέμισης του «Prekmurska gibanica».

  • μείγμα

    noun neuter

    Estrazione del fosforo presente nel concime con un miscuglio d'acido nitrico e d'acido solforico.

    Εκχύλιση του φωσφόρου του λιπάσματος με μείγμα νιτρικού και θειικού οξέος.

  • συνονθύλευμα

    noun

    Sembra un miscuglio di un sacco di differenti credi religiosi da cui hanno attinto.

    Φαίνεται ότι είναι ένα συνονθύλευμα πολλών διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων βγαλμένες από όλο τον κόσμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κράμα
    • σύμφυρμα
    • κυκεώνας
    • αμάλγαμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " miscuglio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miscuglio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη