Μετάφραση του "monachesimo" σε Ελληνικά

Οι μοναχισμός, Μοναχισμός, μοναχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monachesimo" σε Ελληνικά.

monachesimo noun masculine γραμματική

Modo di vivere la propria religiosità caratterizzato dal distacco dal mondo e dalla rinuncia ai beni terreni per dedicarsi completamente alla propria spiritualità.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχισμός

    noun masculine

    Il monachesimo fu uno dei fenomeni religiosi più potenti che caratterizzarono l’impero.

    Ο μοναχισμός ήταν μία από τις πιο ισχυρές θρησκευτικές τάσεις στην αυτοκρατορία.

  • Μοναχισμός

    Il monachesimo fu uno dei fenomeni religiosi più potenti che caratterizzarono l’impero.

    Ο μοναχισμός ήταν μία από τις πιο ισχυρές θρησκευτικές τάσεις στην αυτοκρατορία.

  • μοναχός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καλογερική
    • μοναχικός βίος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monachesimo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Monachesimo
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναχός

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monachesimo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη