Μετάφραση του "monografia" σε Ελληνικά
Οι μονογραφία, Μονογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monografia" σε Ελληνικά.
monografia
noun
feminine
γραμματική
-
μονογραφία
noun feminineIn assenza anche di una tale monografia, è possibile far riferimento alla farmacopea di un paese terzo.
Εάν δεν υπάρχει τέτοια μονογραφία πρέπει να υπάρχει παραπομπή στη φαρμακοποιία τρίτης χώρας.
-
Μονογραφία
In assenza anche di una tale monografia, è possibile far riferimento alla farmacopea di un paese terzo.
Εάν δεν υπάρχει τέτοια μονογραφία πρέπει να υπάρχει παραπομπή στη φαρμακοποιία τρίτης χώρας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monografia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη