Μετάφραση του "monomero" σε Ελληνικά

Το Μονομερές είναι η μετάφραση του "monomero" σε Ελληνικά.

monomero adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μονομερές

    μόριο που μπορεί να συνδεθεί χημικά με άλλα μόρια ώστε να σχηματίσει ένα πολυμερές.

    Perche'tu non prendi lo stampo ed io mescolo il monomero?

    Γιατί δε φέρνεις εσύ το καλούπι, θα ανακατέψω εγώ το μονομερές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monomero " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monomero" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη