Μετάφραση του "natalità" σε Ελληνικά
Το γεννητικότητα είναι η μετάφραση του "natalità" σε Ελληνικά.
natalità
noun
feminine
γραμματική
-
γεννητικότητα
Tuttavia, l’invecchiamento e bassi tassi di natalità comportano al tempo stesso importanti sfide economiche, sociali e di bilancio.
Παρόλα αυτά, ο συνδυασμός της δημογραφικής γήρανσης με τη χαμηλή γεννητικότητα συνεπιφέρει μείζονες οικονομικές, δημοσιονομικές και κοινωνικές προκλήσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " natalità " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "natalità" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεννητικός έλεγχος
-
πολιτική γεννήσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη