Μετάφραση του "natante" σε Ελληνικά
Οι σκάφος, λέμβος, βάρκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "natante" σε Ελληνικά.
natante
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
σκάφος
noun neuterI natanti fornite di servizi igienici devono essere dotate di serbatoi o sistemi di trattamento dell’acqua.
Τα σκάφη που είναι εξοπλισμένα με τουαλέτες διαθέτουν δεξαμενές συγκράτησης λυμάτων ή συστήματα επεξεργασίας λυμάτων.
-
λέμβος
noun feminine -
βάρκα
noun femininePresunto incidente con un natante.
Πιθανό ατύχημα από βάρκα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " natante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη