Μετάφραση του "nipote" σε Ελληνικά

Οι εγγονός, ανιψιά, ανιψιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nipote" σε Ελληνικά.

nipote noun masculine γραμματική

La figlia della propria figlia o del proprio figlio. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγονός

    noun masculine

    Questo era prima che il mio amico alla centrale di polizia mi dicesse che suo nipote e'stato assassinato.

    Αυτό ήταν πριν μάθω ότι ο εγγονός σας δολοφονήθηκε.

  • ανιψιά

    noun feminine

    Η κόρη του αδερφού ή αδερφής κάποιου (ή κάποιας). [..]

    Abbiamo preso una ragazza che dice di essere sua nipote.

    Συλλάβαμε μια κοπέλα που λέει πως είναι ανιψιά σας.

  • ανιψιός

    noun masculine

    Ο γιος του αδερφού ή αδερφής κάποιου (ή κάποιας). [..]

    Preferirei essere lo zio di una scimmia che il nipote di questa scimmia.

    Θα είμαι θείος μια μαϊμούς αν είμαι ανιψιός αυτού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγγόνι
    • εγγονή
    • ανεψιά
    • εγγονόσ
    • ανηψιός
    • ο εγγονός
    • το γγονί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nipote " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nipote" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nipote" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη