Μετάφραση του "nipoti" σε Ελληνικά

Το ανίψι είναι η μετάφραση του "nipoti" σε Ελληνικά.

nipoti noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανίψι

    noun

    συγγενική σχέση

    Ho un nipote disoccupato che ha davvero nove anni.

    Έχω ένα άνεργο ανίψι που είναι πράγματι εννιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nipoti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nipoti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγγονός
  • Ο ανιψιός του Ραμώ
  • ανεψιά · ανηψιός · ανιψιά · ανιψιός · εγγονή · εγγονός · εγγονόσ · εγγόνι · ο εγγονός · το γγονί
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nipoti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη