Μετάφραση του "nodo" σε Ελληνικά

Οι κόμβος, κόμπος, ρόζος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nodo" σε Ελληνικά.

nodo noun masculine γραμματική

Nome dato a un pezzo di corda o altro materiale flessibile girata su se stessa e tirata in modo tale da non poterla sciogliere continuando a tirare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόμβος

    noun masculine

    Beh, quilty deve aver messo uno sniffer su un nodo.

    Καλά ο Κουίλτι θα πρέπει να έβαλε ένα κοριό στον κόμβο.

  • κόμπος

    noun masculine

    La mia mente è come un nodo che non riesco più a sciogliere.

    Το μυαλό μου είναι ένας κόμπος που πλέον δεν μπορώ να λύσω.

  • ρόζος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουσία
    • όζος
    • κότσος
    • Κόμβος
    • δένω
    • σταυροδρόμι
    • εξόγκωμα
    • κόμπος δέντρου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nodo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nodo"

Φράσεις παρόμοιες με "nodo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nodo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη