Μετάφραση του "obeso" σε Ελληνικά
Οι παχύσαρκος, παχύς, λιπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obeso" σε Ελληνικά.
obeso
adjective
noun
masculine
γραμματική
Avente una massa o una quantità di grasso superiore al normale.
-
παχύσαρκος
adjectiveCome qualcuno che abbia subito un bendaggio gastrico, sebbene non sia mai stato obeso.
Όπως κάποιος που έβαλε γαστρικό δακτύλιο, αν και δεν ήταν ποτέ παχύσαρκος.
-
παχύς
adjective masculineUn bambino grassoccio allattato artificialmente invece ha maggiori probabilità in seguito di diventare obeso”.
Αλλά το παχύ βρέφος που πίνει γάλα με το μπιμπερό έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει παχύσαρκο αργότερα στη ζωή του».
-
λιπαρός
adjective masculine -
χοντρός
adjective masculineDovresti essere un re... non una fighetta obesa.
Έπρεπε να είσαι βασιλιάς, κι όχι ένας μικρός, χοντρός χέστης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obeso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obeso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παχύσαρκος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη