Μετάφραση του "obiettare" σε Ελληνικά

Οι ενίσταμαι, αντιτίθεμαι, αντικείμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obiettare" σε Ελληνικά.

obiettare verb γραμματική

Esprimere opinioni non concordanti con quelle espresse dagli altri.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενίσταμαι

    verb

    Beh, il fatto che loro non stiano obiettando mi da'da pensare.

    Το γεγονός ότι δεν ενίστανται μου προκαλεί έναν δισταγμό.

  • αντιτίθεμαι

    verb

    Ho espresso voto favorevole per questa relazione perché non conteneva alcun punto da obiettare.

    γραπτώς. - Υπερψήφισα αυτή την έκθεση καθόσον δεν περιείχε τίποτε στο οποίο να αντιτίθεμαι.

  • αντικείμενο

    noun neuter

    Il Parlamento e la Commissione obiettano che nella causa principale non è riscontrabile alcuna controversia in ordine alla validità delle disposizioni di cui si discute.

    Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι στην κύρια δίκη δεν μπορεί να εντοπιστεί καμία διαφορά με αντικείμενο το κύρος των επιδίκων διατάξεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαφωνώ
    • αντιλέγω
    • αντιμιλώ
    • αντιτείνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obiettare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obiettare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obiettare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη